Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Ο Ποντιακός Πολιτισμός

Ο Ποντιακός Πολιτισμός

Βυζαντινή τοιχογραφία στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας στην Τραπεζούντα

Ολοι οι πολιτισμοί του πλανήτη μας θεμελιώθηκαν σε τέσσερις παράγοντες: στη σκέψη, στη γλώσσα (την ομιλία - επικοινωνία), στην παραγωγή της τροφής και στην κοινωνική οργάνωση. Δε θα αναπτύξω το θέμα μου ιστορικά, γιατί ο Ποντιακός Πολιτισμός δεν κινδυνεύει ως ιστορική κατηγορία ούτε ως σύνολο συγκεκριμένων πληροφοριών, γιατί αυτά έχουν καταγραφεί, έτσι κι αλλιώς όχι μόνο σε πολυάριθμες ειδικές μελέτες, αλλά και στην ίδια τη συνείδηση του Ποντιακού Ελληνισμού. Κι αυτό σημαίνει πως για να αμφισβητήσεις τον Ποντιακό Πολιτισμό είναι σαν να αμφισβητείς τον Ποντιακό Ελληνισμό. Γιατί συμβαίνει με τους Ποντίους αυτό που πολύ σπάνια το συναντάς: τα πράγματα, οι ήχοι, τα χρώματα, οι μελωδίες, οι λέξεις, οι μυρωδιές να ταυτίζονται με τους ανθρώπους. Ετσι δεν μπορείς να αμφισβητήσεις μόνο το ένα από τα δύο.

Θα αναφερθώ, με επιγραμματικό τρόπο στις προσπάθειες των ίδιων των Ποντίων για να επιζήσει ο Πολιτισμός τους, να επιζήσουν αυτοί οι ίδιοι ως πολιτιστική οντότητα κάτω από τους λεβέντικους και νοσταλγικούς μαζί ήχους του Ελματσούκ, του Εταίρε, του Κοτς, του Τερς και του πανάρχαιου Πυρρίχιου και μιλώντας στους κλειστούς κύκλους τους την ποντιακή γλώσσα.

Τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον Ποντιακό Πολιτισμό ως ιδιαίτερη ιστορική και ανθρωπολογική οντότητα είναι τρία: Το Περιβάλλον, τα Πράγματα (φαγητό, ενδυμασία κλπ.) και η Γλώσσα.

Το Περιβάλλον: και ως φυσικό και ως ανθρωπογενές. Το φυσικό ως σύνολο γεωγραφικών στοιχείων και το ανθρωπογενές όχι μόνο ως σύνολο κατασκευών, αλλά και ως ένα απαράβατο πλέγμα παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων. Το φυσικό μέρος αυτού του στοιχείου, που έχει επηρεάσει και τα άλλα δύο στοιχεία του Ποντιακού Πολιτισμού (Πράγματα και Γλώσσα) μετά τη γενοκτονία δεν είναι δυνατό, όπως καταλαβαίνετε, να συντηρηθεί, να διασωθεί ως συγκεκριμένο αντικειμενικό στοιχείο. Υπάρχει μόνο εκεί που το άφησαν οι πρόγονοι, στον Πόντο. Και όπως είπε και ο Ρίτσος «αυτό το χώμα είναι δικό μας και δικό σας, δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει». Και φυσικά διασώζεται αναλλοίωτο μέσα στη μνήμη αυτών που το έζησαν. Αυτών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα σ' αυτό και δεν έχουν χαθεί βίαια ή δεν έχουν πεθάνει με την έντονη νοσταλγία να ξαναγυρίσουν σ' αυτό. Αυτό που ούτε οι δηλώσεις ούτε οι πολιτικές μπορούν να το αλλοιώσουν. Μπορεί οι γενοκτόνοι να αφάνισαν ζωές, να έπνιξαν μέσα στο αίμα όνειρα και ελπίδες για τη ζωή, το Φυσικό Περιβάλλον, όπου γεννήθηκε ο Ποντιακός Πολιτισμός, θα παραμένει εκεί να μας θυμίζει και οι προσκυνητές ή οι τουρίστες να το φωτογραφίζουν και να το περιγράφουν στους άλλους. Αυτό εξάλλου ταυτίζεται με το Παρελθόν, που όπως και αν το περιγράψει κανείς, από όποια γωνιά κι αν το φωτογραφίσει, θα μένει πάντα αναλλοίωτο.

Και από τα ανθρωπογενή στοιχεία του Περιβάλλοντος όμως, έχουν απομείνει πολλά. Σπίτια, γεφύρια, μοναστήρια, εκκλησιές, άλλα όρθια εκεί που τα άφησαν εκείνοι κι άλλα μισογκρεμισμένα για να μαρτυρούν ό,τι μέσα σ' αυτά έλαβε χώρα: η δουλιά, ο έρωτας, ο θάνατος και ό,τι από αυτά προέκυπτε, ως ζωή, ως πράγμα, ως μνημόσυνο, ως αντικειμενική συνθήκη της ύπαρξής τους, όπως θα έλεγε και ο Κ. Μαρξ.

Τα Πράγματα: Αυτά πρέπει να τα διακρίνουμε σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στα πράγματα της δουλιάς και στα πράγματα της καθημερινότητας. Τα πρώτα λέγονται κι αλλιώς, μέσα παραγωγής. Από το μολύβι του λογιστή που έγραφε μέσα σε μεγάλα κατάστιχα τα τσουβάλια με τα φουντούκια που έπαιρναν το δρόμο της αγοράς και τους σχετικούς λογαριασμούς μέχρι το σκαλιστήρι του προλετάριου, το αλέτρι του γεωργού. Από αυτά λίγα έχουν διασωθεί και βρίσκονται τώρα σε λαογραφικές συλλογές και σε λαογραφικά μουσεία. Δυστυχώς όμως, όλα αυτά εκτίθενται με ένα τρόπο που δεν αποκαλύπτουν την ταξική τους προέλευση όπως έπρεπε να το κάνουν. Και έτσι δε μας λένε την αλήθεια. Δε μας λένε δηλαδή πως και η παραδοσιακή ποντιακή κοινωνία είχε και αυτούς που εμπορεύονταν φουντούκια, αλλά και αυτούς που είχαν σαν βιος τους μόνο το σκαλιστήρι. Δε μας λένε, με άλλα λόγια, πως και εκείνη η κοινωνία είχε και τους εργάτες και τα αφεντικά. Και πώς ο Πολιτισμός στο βαθμό που ταυτίζεται με την Ιστορία είναι το προϊόν της σύγκρουσης αυτών των δυο.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για έναν πολιτισμό, όποιος και αν είναι αυτός, πρέπει να το λέμε κι αυτό. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε και να ερμηνεύσουμε τις εσωτερικές του διαφορές, αλλά και να κατανοήσουμε το λόγο της διάρκειάς του. Τη σημασία της επιβίωσής του από την ιστορική άποψη και όχι απλώς τη συναισθηματική.

Τα δεύτερα, τα πράγματα της καθημερινότητας, είναι όλα εκείνα που βρίσκονται έξω από τη δουλειά. Μακριά από το μολύβι του λογιστή, τα φουντούκια του έμπορα και το σκαλιστήρι του προλετάριου. Μακριά, κατά κάποιον τρόπο από την οικονομική βάση του Ποντιακού Πολιτισμού. Είναι όλα εκείνα που σχετίζονται με το κορμί μας και με την ψυχή μας. Αυτά που βάζουμε επάνω στο σώμα μας και στο τραπέζι μας και κείνα που αποθέτουμε στο εικονοστάσι ή στη βιβλιοθήκη μας: σερβίτσια, ρούχα, κεντήματα, εικόνες, θυμιατά, ζωγραφιές, κοσμήματα, βιβλία, και, φυσικά, μαζί μ' αυτά, τα τραγούδια, τα παραμύθια, οι παροιμίες, τα αινίγματα, τα νανουρίσματα και τα μοιρολόγια. Ο,τι, τελικά, συνόδευε τις νεκρώσιμες και τις αναστάσιμες στιγμές της ζωής: τους γάμους, τη γέννα, τα βαφτίσια, τα γλέντια, το θάνατο, τις κηδείες. Και απ' αυτά πολλά έχουν σωθεί και πιο πολλά έχουν καταγραφεί. Αλλα στα σπίτια, των απογόνων, άλλα στις συλλογές και τα μουσεία, και άλλα μέσα σε βιβλία πολύτιμα, που έγραψαν αξιόλογοι και ακάματοι ερευνητές του Ποντιακού Πολιτισμού.

Η γλώσσα: Οι παλαιοανθρωπολόγοι, βασισμένοι στις προτάσεις της εξελικτικής θεωρίας πιστεύουν ότι ο άνθρωπος ξεχώρισε ως είδος από τους δυο άλλους συγγενείς του, το γορίλα και τον χιμπατζή από τότε που άρχισε να μιλάει, και να επικοινωνεί. Δηλαδή, πριν από 7 εκατομμύρια χρόνια. Κι αυτό σημαίνει πως η γλώσσα χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ως άνθρωπο. Και όσο αυτός κάτω από την επίδραση του ενός ή του άλλου περιβάλλοντος αναγκάζεται να αντιμετωπίσει προβλήματα που σχετίζονται με την επιβίωσή του αποκτάει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, αυτά που τον ξεχωρίζουν από τους άλλους, όχι φυλετικά. Και ένα από αυτά, ίσως το πιο σημαντικό είναι η γλώσσα. Μέσα σ' αυτήν αντανακλάται όλη του η προσπάθειά να δαμάσει και να οργανώσει το Περιβάλλον. Να οργανώσει, επίσης, την παραγωγή των Πραγμάτων και, τέλος, να θεσμοποιήσει την οργάνωση των κοινωνικών του σχέσεων. Κι αυτό σημαίνει πως η μελέτη της γλώσσας είναι ουσιαστικά μελέτη του πολιτισμού. Μελέτη της σκέψης και της ψυχής. Γι' αυτό και η μελέτη της ποντιακής γλώσσας δεν αποτελεί μια σχολαστική, γλωσσολογική δραστηριότητα, αλλά μια πολυεπίπεδη ανθρωπολογική προσέγγιση του Ποντιακού Πολιτισμού.

Το ερώτημα είναι, τι ακριβώς κάνουν οι Πόντιοι για να κρατήσουν ζωντανό τον πολιτισμό τους. Οι ειδικοί επιστήμονες τον μελετούν. Οι απλοί άνθρωποι τον ζουν μέσα από τα τραγούδια, τους ήχους του κεμεντζέ και την ένταση του χορού. Ιδρύουν συλλόγους, θεατρικά και μουσικά συγκροτήματα, οργανώνουν λαογραφικές συλλογές, πανηγυρίζουν, προσεύχονται στην Παναγία της Σουμελά, μαγειρεύουν χαβίτς, πλουγούρ, χασίλ λαβάσια, φελιά, φούστρον, χαψία, καρτόφια. Οσο για τους πόντιους πολιτικούς και το υπουργείο Πολιτισμού, δεν αντιμετωπίζουν τον Ποντιακό Πολιτισμό και ως μια πολύτιμη ιδεολογική πλατφόρμα, πάνω στην οποία θα μπορούσε να αναπτυχθούν τα θεωρητικά επιχειρήματα για μια πάλη ενάντια στην Παγκοσμιοποίηση, ενάντια στον Ιμπεριαλισμό (Eduard Said). Οχι. Αυτοί παρακολουθούν τον Ποντιακό Πολιτισμό σαν ένα φολκλορικό φαινόμενο και σαν ένα εύκολο τρόπο να μαζεύουν ψήφους χορεύοντας και υποσχόμενοι!


Γιώργος ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ
Ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ, βουλευτής του ΚΚΕ

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΙς ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙς ΓΙΑ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

Τον Μάιο του 1916 υπογράφτηκε μεταξύ των «Συμμάχων» το πρωτόκολλο της Πετρούπολης. Η συμφωνία προέβλεπε ότι η περιοχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα διαχωριζόταν σε δύο τμήματα, το βόρειο τμήμα θα παραχωρηθεί στη Ρωσία και το νότιο τμήμα στην Αγγλία και στη Γαλλία. Στη συνέχεια οι συμφωνίες συνεχίστηκαν από το μπλοκ των «Συμμάχων» με σκοπό την ένταξη και άλλων δυνάμεων στο «συμμαχικό» μπλόκ. Όταν τον Απρίλιο του 1916 τα ρωσικά στρατεύματα κατάλαβαν την Τραπεζούντα, ήλθαν μαζί και οι δυο Ρώσοι στρατηγοί Γιουντένιτς και Λιάχωβ, οι οποίοι ανέθεσαν τη διοίκηση προσωρινά στο Μητροπολίτη Χρύσανθο. Το ζήτημα είναι ότι οι Πόντιοι της περιφέρειας προσπάθησαν να διασώσουν την κοινοτική αυτονομία την οποία είχαν και στο παρελθόν. Έτσι όλοι στον Πόντο πίστευαν με την έναρξη της νέας περιόδου ότι θα ιδρύσουν ένα είδος αυτόνομου Ελληνο-μουσουλμανικού Κράτους. Ο Χρύσανθος προσπάθησε να διαφυλάξει τη ζωή την τιμή και τις περιουσίες των Τούρκων. Κατά τη διάρκεια της διετίας συγκροτήθηκαν Ελληνο-μουσουλμανική τοπική αυτοδιοίκηση, οικονομικό επιμελητήριο, ελληνο-μουσουλμανική χωροφυλακή, το ίδιο ίσχυε και στη δικαιοσύνη, ενώ στο δυτικό Πόντο οι Τούρκοι προχωρούσαν χωρίς ενδοιασμούς και αναστολές στην εφαρμογή του προγράμματος της εθνοκάθαρσης.

Όμως όταν κηρύχθηκε τον Οκτώβριο του 1917 η επανάσταση στη Ρωσία αντιστράφηκαν οι συσχετισμοί στην περιοχή. Δηλαδή άρχισε να κρίνεται η εξέλιξη του πολέμου με την ανακωχή του Μούδρου στις 30 Οκτωβρίου του 1918 και τα «14 σημεία» του Αμερικανού προέδρου Ουίλσον και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 12 που αφορούσε αποκλειστικά τις μειονότητες της Ανατολής ως ένα βαθμό της ενθάρρυνε. Αλλά και η συνθήκη του Μπρέστ-Λιτόφσκ που τερμάτιζε τον πόλεμο του ανατολικού μετώπου καθόρισε την τύχη των Ποντίων.

Ακριβώς εκείνη την περίοδο ο μεγαλοεπιχειρηματίας Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, γιος του πρώην Δημάρχου της Κερασούντας Καπετάν Γιώργη που ζούσε στη Γαλλία από πολλά χρόνια, καταβάλει προσπάθεια να κινητοποιήσει όλους τους απανταχού Πόντιους για τη διατήρηση της Αυτόνομης Δημοκρατίας και να επηρεάσει θετικά, κάνοντας έκκληση στις Δυνάμεις της Συνεννοήσεως, υπέρ ενός ανεξάρτητου Ποντιακού Κράτους. Ευθύς εξαρχής όμως ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν αντίθετος με όλη αυτή τη προσπάθεια που πήγαινε να κάνει. Ο Κωνσταντινίδης στη Μασσαλία διοργανώνει Παμποντιακό Συνέδριο τον Ιανουάριο του 1918 και εκπροσωπήθηκαν οι Ποντιακοί πληθυσμοί Ευρώπης - εκτός από Ρωσία - , Αμερικής και Τουρκίας. Το Συνέδριο αποφάσισε υπό την προεδρία του Κωνσταντινίδη να στείλει μια επιστολή προς τον τότε Επίτροπο επί των Εξωτερικών της Σοβιετικής Ρωσίας Τρότσκι, με την παράκληση να συνηγορήσει υπέρ του δικαιώματος των Ποντίων για να αναγνωριστεί το δικαίωμα αυτοδιάθεσης τους μετά την αποχώρηση των Ρωσικών στρατευμάτων από τον Πόντο και για να μην επανέλθουν ξανά υπό τη τουρκική κυριαρχία. Αυτή η κίνηση με την επιστολή δεν πολύ άρεσε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αμέσως στέλνει ένα υπόμνημα προς τον υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας και ζήτα εγγυήσεις για την ασφάλεια των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακολουθεί ένα δεύτερο συνέδριο στη Μασσαλία που εξουσιοδοτεί τον Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη να βρει λύση στο εθνικό πρόβλημα.

Κατά την ανακωχή η Ελληνική κυβέρνηση έστειλε επιτροπές για να εξετάσει την κατάσταση των Ποντίων. Οι επιτροπές περιθάλψεως, υπό τον Ι. Ζερβό, Ν. Καζαντζάκη, Αντ/χη Πολεμαρχάκη, Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού υπό τον Θρ. Πετμεζά και άλλοι, υπέβαλαν εκθέσεις προς την Ελληνική κυβέρνηση μετά την επίσκεψη τους στον Πόντου και στη νότια Ρωσία σχετικά με την κατάσταση του Ποντιακού πληθυσμού. Τον Ιανουάριο του 1919 ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Κολωνίας Γερβάσιος Σουμελίδης ζητάει με μια επιστολή να σταλεί στρατός στον Πόντο απευθυνόμενος προς τον πρόεδρο του Συλλόγου «Ελεύθερος Πόντος» Θεσσαλονίκης. Η διοργάνωση του Ποντιακού αντάρτικου είχε πάρει σοβαρές διαστάσεις για την κυβέρνηση της Πόλης. Η κυβέρνηση της Πόλης φοβόταν πολύ από τις Δυνάμεις Συνεννοήσεως μην τυχόν και κάνουν ανοικτή στρατιωτική επέμβαση στον Πόντο, διότι το άρθρο 7 της ανακωχής του Μούδρου προέβλεπε τη δυνατότητα στρατιωτικής επέμβασης σε οποιοδήποτε πρώην έδαφος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε περίπτωση που θα κρινόταν αναγκαίο. Με την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων δημιουργήθηκε στην περιοχή του Πόντου ένα κενό και δεν υπήρχε δυνατότητα να διασφαλιστεί η ειρήνη χωρίς την παρουσία των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι όπως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση η Ποντιακή Δημοκρατία ήταν πολύ αδύναμη και ευάλωτη για άμεση αποσταθεροποίηση.

Προφανώς οι Μητροπολίτες και οι άλλοι ηγέτες των Ποντίων σύντομα αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο που καραδοκούσε και ζητούσαν διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη από το Ελλαδικό κράτος. Προφανώς για να αποφύγει τη στρατιωτική επέμβαση η κεντρική κυβέρνηση της Πόλης, ξαφνικά ανακάλυψε την αναγκαιότητα του γενικού επιθεωρητού με σκοπό να στείλει ένα πρόσωπο που θα μπορέσει να βάλει τάξη στην περιοχή του Πόντου. Αυτό το πρόσωπο που ανέλαβε τα καθήκοντα του γενικού επιθεωρητού ήταν ο Κεμάλ. Δυο μέρες πριν φτάσει ο Κεμάλ στην Αμισό, 100 Ινδοί στρατιώτες και 580 Πόντιοι πρόσφυγες έφτασαν στον Πόντο από το Νοβοροσίσκ. Και τέσσερις μέρες πριν φτάσει ο Κεμάλ στην Αμισό έκανε απόβαση ο Ελληνικός στρατός στη Σμύρνη.

Τα πράγματα δυσκόλευσαν ακόμη περισσότερο για τους απροστάτευτους Ρωμιούς στην Ανατολή. Οι Νεότουρκοι και αυτοί που ακολούθησαν τον Κεμάλ, την ανακωχή του Μούδρου κάπως την αποδέχτηκαν γιατί πίστευαν ενδόμυχα ότι κάποια στιγμή οι κηδεμόνες τους θα αποχωρήσουν. Ενώ με την Ελληνική απόβαση αλλάζουν τα δεδομένα για αυτούς. Ο Κεμάλ ζητάει από το Στρατηγό Καράμπεκιρ να εξοπλίσουν τα τουρκικά χωριά του Πόντου επωφελούμενοι από τη χωροφυλακή. Εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του Κεμάλ για να συγκροτήσει αντάρτικο (Τσέτες) εμφανίζεται στο προσκήνιο επίσημα πια ο Τόπαλ Οσμάν. Εν τω μεταξύ εντείνεται ο διπλωματικός πυρετός στο εξωτερικό λαμβάνοντας υπόψη όμως τις νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται στο εσωτερικό.

Βέβαια ο Βενιζέλος επιθυμούσε να συνδέσει τα εμπορικά κέντρα που είχαν δημιουργηθεί από τους Ρωμιούς της Ανατολής απευθείας με την Ελλάδα. Όταν είχε θέσει αίτημα τον Νοέμβριο του 1918 με ένα υπόμνημα του ο Βενιζέλος στον Lloyd George αναφερόταν μόνο για τα δυτικά παράλια της Ανατολής καμιά μνεία για τον Πόντο. Εν τω μεταξύ ακολούθησαν Παμποντιακά συνέδρια αντιπροσωπευτικά στο Βατούμ. Το Δεκέμβριο του 1919 το συνέδριο στο Βατούμ μετονομάστηκε Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου και πρόεδρος εξελέγη ο Βασίλειος Ιωαννίδης. Το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου παρακολουθούσε από κοντά τις συνεδριάσεις του Παρισιού και βρισκόταν σε συντονισμό μεταξύ Αθήνας και Πόλης. Στο Παρίσι όμως όταν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αποδέχτηκε την προσάρτηση του βιλαετίου Τραπεζούντας στην Αρμενία. Το ίδιο έπραξε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδεχόμενο την πρόταση του Αρμενικού Πατριαρχείου. Τότε όλες οι Ποντιακές οργανώσεις διαμαρτυρήθηκαν έντονα ως προς το ζήτημα αυτό. Τότε οι Αρμένιοι επέμεναν ότι θέλουν την Τραπεζούντα ως διέξοδο προς τη θάλασσα. Οι Πόντιοι για να ανατρέψουν την πολιτική απόφαση του Βενιζέλου ως προς το ζήτημα της Τραπεζούντας του πρότειναν μέσω του Μητροπολίτη Χρύσανθο Φιλιππίδη για Ελληνό-μουσουλμανική σύμπραξη στο Πόντο. Ο Βενιζέλος αποδέχτηκε την πρόταση με την προϋπόθεση όμως ότι θα αναλάβει την αμυντική θωράκιση και οργάνωση του Πόντου, και ανέθεσε την υπόθεση στον έμπιστο του Συνταγματάρχη Καθενιώτη.

Παράλληλα ο Μητροπολίτης Χρύσανθος ήλθε σε επαφή με τους ηγέτες των κρατών της Αντάντ με σκοπό να τους ενημερώσει για τα δίκαια αιτήματα. Παρ' όλες τις υποσχέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων καμιά από αυτές δεν ανέλαβε να συμπληρώσει το κενό που υπήρξε στον Πόντο μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων. Διότι η Δημοκρατία του Πόντου χωρίς τη στρατιωτική υποστήριξη δεν ήταν δυνατόν να είναι βιώσιμη. Να σημειώσουμε σε κάποια φάση, οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί αντιπρόσωποι αποδέχτηκαν να συμπεριληφθούν το βιλαέτι της Τραπεζούντας και Αργυρούπολη στην Αρμενία, και τα άλλα δύο Σαμψούντα και Λαζιστάν θα παραχωρούνταν στην Τουρκία και Γεωργία αντίστοιχα.

Η θέση του Βενιζέλου ευθύς εξαρχής ήταν ότι αποδέχτηκε την προσάρτηση της Τραπεζούντας στην Αρμενία. Άλλωστε το είχε δηλώσει ο Βενιζέλος ότι δεν είχε τη δυνατότητα να προστατεύσει τέτοιου είδους μικρά κρατίδια στην Ανατολή. Κατά συνέπεια η αυτόνομη Δημοκρατία του Πόντου οδηγήθηκε στην κατάρρευση μετά τη Συνθήκη των Σεβρών.

Republic of Pontus (Greece, 1917-1919)

Republic of Pontus (Greece, 1917-1919)





[Republic of Ponto]





The aborted Republic of Pontus

The Hellenic population of the Pontus (North Turkey, coast of Black sea) was the bastion of Hellenism during the Ottoman rule. The Ottoman Empire attempted to cleanse the region from the Hellenic minorities toward the end of the XXth century first decade, A series of violents acts, arbitrary decisions and laws forced inhabitants of the area to take refuge in the inhospitable mountains of Pontus. The soul of the rebellion in the Pontus was provided by the great national leader Germanos Caravangelis, bishop of Castoria, leader in the Macedonian struggle and Chrissantos, bishop of Trebizonda. The bishoprics of the Pontus became centers of guidance and recruitement of rebels, whereas the mountains became centers of resistance against the Ottomans. In 1917, Greece and the allied powers began to work out a plan for the creation of an autonomous Hellenic state in the Pontus region, purely Hellenic or Hellenic and Armenian. K. Constantinidis designed the map of the new autonomous state and Dr. G. Thoides designed and proposed for approval in 1919 the flag of Pontus. It was the Greek national flag, bearing in the center of the cross the one-headed eagle of Great Comnenes, the Byzantine dynasty from Pontus. After the unfortunate outcome of the campaign in Asia Minor, and the reversal of the allies interest and foreign policy against Hellenic interest and expectations, the plan for the creation of the autonomous state of Pontus collapsed.

Pontus Cumhuriyeti-Δημοκρατία του Πόντου

Pontus Cumhuriyeti
Δημοκρατία του Πόντου
1917 – 1919
Bayrak (1919 yılı)

Başkent Samsun
Resmi dili Pontusca
Dini Yunan Ortodoks Kilisesi
Etnik Gruplar Rumlar
Yönetim Cumhuriyet
Metropolitan Chrysanthos
Tarih
- Kuruluş tarihi 1917
- Yıkılış tarihi 1919

Pontus Cumhuriyeti, 1917 ve 1919 yılları arası Karadenizli Rumlar tarafından Karadeniz bölgesinde kurulmak istenmiş devlet.

Tarihi
Kurtuluş Savaşı öncesi ve savaş boyunca Merzifon Amerikan Koleji'nde 1904'de kurulan Pontus Rum Cemiyeti Karadeniz'de ayrılıkçı faaliyet göstermiştir. Cemiyetin ve bölgedeki o dönemde çoğunluğu oluşturan Rumların amacı merkezi Samsun olmak üzere Batum'dan Sinop'a kadar olan bölgede bir Pontus Devleti kurmaktır. Kutsal Anadolu Rum Cemiyeti adında bir cemiyet de bu cemiyete destek olmuştur.1916'da Trabzon Ruslar tarafından işgal edilince yönetimi Chrysanthos isimli bir başpiskopos ele almıştır. Chrysanthos bölgede iki yıl hüküm süren bir Rum devleti kurulmuştur. Bölgede yaşayan Lazlar, Müslüman Rumlar ve Türklerin Sürdürdüğü mücadele sonucunda bu devlet yıkılmıştır.

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Ο Πόντος στην αρχαιότητα

Ο Πόντος ως γεωγραφική ενότητα κατά την αρχαιότητα περιελάμβανε τις παράλιες περιοχές του Eυξείνου Πόντου. Κατά τον Ηρόδοτο, τον Ξενοφώντα και άλλους αρχαίους ιστοριογράφους Πόντος είναι η επιμήκης και ευρεία παραλιακή χώρα του Eυξείνου Πόντου, η οποία από χωροταξική άποψη περιλαμβάνει τα εδάφη ανάμεσα στο Φάση ποταμό, κοντά στον οποίο βρίσκεται η σημερινή πόλη Bατούμ της Γεωργίας, και την Hράκλεια. Πολλοί γεωγράφοι και ιστορικοί οριοθετούν τα δυτικά σύνορα του Πόντου από τις εκβολές του ποταμού Άλυ, κοντά στην πόλη Σινώπη, την πρώτη ελληνική αποικία στον Eύξεινο Πόντο. Στο εσωτερικό η περιοχή εκτείνεται σε βάθος 200 - 300 χλμ. οριοθετημένη από την ίδια τη φύση που τη διαχώρισε από την υπόλοιπη Μικρά Ασία με τις απροσπέλαστες οροσειρές του Σκυδίση, του Παρυάδρη και του Aντιταύρου. Tο ορεινό και άγονο σε γενικές γραμμές έδαφος του Πόντου ευτύχησε να διαρρέεται από τους ποταμούς Άλυ, Ίρη, Mελάνθιο, Θερμώδοντα, Xαρσιώτη, Πρύτανη, Πυξίτη, Kαλοπόταμο και πολλούς παραποτάμους.


1.2 Αρχαϊκή Περίοδος

Η παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή του Πόντου χρονολογείται από την αρχαιότητα, όταν την εποχή του χαλκού οι Έλληνες θαλασσοπόροι θέλησαν να γνωρίσουν την ανθρωποφάγα θάλασσα του Εύξεινου Πόντου µε τις µακρινές και απροσπέλαστες παραλίες του. Η αναζήτηση κυρίως χρυσού και άλλων μεταλλευμάτων οδήγησε πολλούς ταξιδευτές στην περιοχή γύρω στα 1000 π.Χ. µε πρώτη οργανωμένη αποστολή στην Κολχίδα αυτήν του Ιάσωνα και των Αργοναυτών. Ο μύθος του Ιάσωνα και της Αργοναυτικής εκστρατείας, οι περιπλανήσεις του Ορέστη στη Θοανία του Πόντου, οι περιπέτειες του Οδυσσέα στη χώρα των Κιμμέριων, η εξορία του Προμηθέα στον Καύκασο, ο μύθος του χρυσόμαλλου δέρατος και το ταξίδι του Ηρακλή στη χώρα των Αμαζόνων, καταδεικνύουν την πανάρχαια επαφή του κόσμου του Αιγαίου με τον Πόντο και την ευρύτερη περιοχή.



1.3 Αποικιακή Δράση Του Ποντιακού Ελληνισμού

Οι Έλληνες γνώριζαν τις περιοχές της Μαύρης θάλασσας από τον 8ο αι. π.Χ. Ο αποικισμός όμως άρχισε από το β΄ μισό του 7ου αι. π.Χ., κατά το δεύτερο στάδιο του μεγάλου αποικιακού ρεύματος των Ελλήνων στην Αρχαϊκή περίοδο που ακολούθησε την αποίκιση των περιοχών της Κάτω Ιταλία, της Σικελίας, της δυτικής Μεσογείου, της Αδριατικής και των βόρειων παραλίων του Αιγαίου. Η διείσδυση των Ελλήνων στις περιοχές του Πόντου συνδέεται κυρίως με τις αποικιστικές προσπάθειες της Μιλήτου. Η πόλη ήταν διάσημη για το μεγάλο αριθμό αποικιών που είχε συστήσει στις περιοχές του Εύξεινου Πόντου και της Προποντίδας. Εκτός από τη Μίλητο, τα Μέγαρα, η Τέως και ορισμένες άλλες πόλεις έλαβαν μέρος στον αποικισμό της περιοχής. Η μαζική αποίκιση του Πόντου τοποθετείται τον 6ο αι. π.Χ. και ολοκληρώνεται στα τέλη περίπου της Αρχαϊκής περιόδου.

Οι Έλληνες, αφού κυριαρχούσαν στο Αιγαίο ήδη από την Εποχή του Χαλκού με τα βελτιωμένα πλοία τους, τόλμησαν το πέρασμα των Συμπληγάδων και την περιπλάνησή τους στον «Άξενο» πόντο, περιοχή πλούσια σε πρώτες ύλες και κυρίως σε σιτηρά και πολύτιμα μέταλλα. Με το δεύτερο ελληνικό αποικισμό αρχίζουν να δημιουργούνται οι πρώτες ελληνικές αποικίες. Πρώτη η Μίλητος, στις αρχές του 8ου π.Χ. αιώνα, ιδρύει τη Σινώπη, στο κέντρο περίπου του Ευξείνου στα νότια, επί της βόρειας μικρασιατικής ακτής. Πρόκειται για μια αποικία με σημαντικά πλεονεκτήματα, που οφείλονται στη γεωγραφική της θέση και, κυρίως, στο φυσικό της λιμάνι. Η Σινώπη, με τη σειρά της, ιδρύει το 756 π.Χ., ανατολικότερα, την Τραπεζούντα και μέσα σε ένα αιώνα οι απρόσιτες ακτές της περιοχής γεμίζουν με ελληνικές αποικίες. Οι Συμπληγάδες ανοίγουν οριστικά και ο «Άξενος» πόντος γίνεται «Εύξεινος», μετατρεπόμενος ουσιαστικά σε ελληνική λίμνη. Μόνο η Μίλητος κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα έχει 75 αποικίες. Κυριότερες από αυτές είναι η Σινώπη, η Αμισός, η Τραπεζούντα , η Πιτυούντα, η Φαναγόρεια, το Παντικάπαιον, η Θεοδοσία, η Χερσόνησος, η Ολβία, η Ίστρια κ.ά. Οι Έλληνες στις νέες αυτές πατρίδες μεταφέρουν και διατηρούν τα πολιτιστικά και ιδεολογικά τους στοιχεία. Οι πόλεις αναπτύσσουν σχέσεις συνεργασίας και αλληλοβοήθειας. Δημιουργούνται συνεχώς νέες αποικίες, πρώτα στα παράλια και στη συνέχεια στην ενδοχώρα. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος των Ελλήνων στην περιοχή καταδεικνύεται και από το γεγονός της ουσιαστικής πολιτιστικής αφομοίωσης των ιθαγενών, οι οποίοι αβίαστα υιοθετούν τον ελληνικό τρόπο ζωής.
1.3.1 Αίτια Αποικισμού
Τα αίτια του αποικισμού του Εύξεινου Πόντου δεν είχαν αποκλειστικά αγροτικό ή εμπορικό χαρακτήρα. Επιπλέον, δε συνδέονταν μόνο με την ανάγκη εύρεσης πρώτων υλών ή με την αύξηση του πληθυσμού στις πόλεις και το συνακόλουθο πρόβλημα της «στενοχώριας», της έλλειψης δηλαδή γης. Υπήρξαν και αίτια καθαρά πολιτικής φύσης. Για παράδειγμα, η Μίλητος, που ήταν η μητρόπολη των περισσότερων αποικιών του Πόντου, καταλάμβανε πλεονεκτική γεωγραφική θέση και κατείχε μεγάλες εύφορες εκτάσεις. Στα τέλη του 8ου αι. π.Χ., όπως και άλλες ιωνικές πόλεις, επέκτεινε τα σύνορά της σχεδόν 50 χλμ. προς το εσωτερικό. Οι Ελληνο-λυδικοί πόλεμοι είχαν δυσάρεστες συνέπειες για τις ιωνικές πόλεις και τη Μίλητο, εφόσον το βασίλειο των Λύδιων επεκτάθηκε εις βάρος των εδαφών τους. Η Μίλητος είδε τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις της να μειώνονται δραματικά και η οικονομία της υπέστη ισχυρό πλήγμα. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε προτάσεις για ανακατανομή της υπάρχουσας γης, πράγμα που έθετε μέρος του πληθυσμού σε μειονεκτική θέση. Μία δραστική λύση στην αντιμετώπιση του προβλήματος και στην αποφυγή κοινωνικών αναταραχών στο εσωτερικό της πόλης, που θα έθεταν την ίδια και τους θεσμούς της σε κίνδυνο, ήταν η μετανάστευση μέρους του πληθυσμού και η δημιουργία νέων πόλεων.

1.3.2 Α΄ Φάση Αποικισμού
Η πρώτη φάση της αποίκισης του Πόντου τοποθετείται χρονολογικά στο β΄ μισό 7ου αι. π.Χ. οπότε και δημιουργήθηκε ένας μικρός αριθμός αποικιών στα βόρεια, δυτικά και νότια παράλια της Μαύρης θάλασσας. Στην περίπτωση της Σινώπης που ήταν αποικία της Μιλήτου στο κέντρο σχεδόν των βόρειων παραλίων της Μικράς Ασίας, υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές σχετικά με την ίδρυση της. Ο ιστορικός Ευσέβιος σημειώνει το έτος 631/630 π.Χ., αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι η Τραπεζούντα, αποικία της Σινώπης στα βορειοανατολικά παράλια της Μικράς Ασίας στην περιοχή της Κολχίδας, ιδρύθηκε το 756 π.Χ., γεγονός που προϋποθέτει την ύπαρξη της Σινώπης. Ο Ψευδο-Σκύμνος αναφέρει ότι μια πρωιμότερη εγκατάσταση αποίκων καταστράφηκε από τους Κιμμέριους και ότι αργότερα η πόλη επανιδρύθηκε από δύο εξόριστους Μιλήσιους. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι η Σινώπη ιδρύθηκε από την Κόρινθο στο α΄ μισό του 8ου αι. π.Χ., ενώ κάποιοι άλλοι τη χρονολογούν στο β΄ μισό ή και στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην πόλη δεν έχουν βοηθήσει στη λύση του προβλήματος, εφόσον η σύγχρονη πόλη καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της επιφάνειας της αρχαίας πόλης. Ωστόσο, η ίδρυση/επανίδρυσή της από τη Μίλητο τοποθετείται από τους περισσότερους στο τελευταίο τρίτο του 7ου αι. π.Χ. Ανάλογα προβλήματα παρουσιάζει και η περίπτωση της Τραπεζούντας, για την οποία δεν υπάρχουν αρχαιολογικές πληροφορίες. Πιθανότατα ιδρύθηκε πρώτα ως εμπόριο και αργότερα, μετά το 630 π.Χ., επανιδρύθηκε από πολίτες της Σινώπης ως αποικία. Τα Κοτύωρα και η Κερασούντα ήταν αποικίες στα βόρεια παράλια της Μικράς Ασίας, ωστόσο δεν υπάρχει βεβαιότητα αν η μητρόπολή τους ήταν η Μίλητος ή η Σινώπη, ενώ η Τίος και η Σέσαμος ήταν με βεβαιότητα αποικίες της Μιλήτου.

Στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. Μιλήσιοι ίδρυσαν στα δυτικά παράλια της Μαύρης θάλασσας, στη σημερινή Ρουμανία, την Ίστρια και στο δέλτα του Δούναβη την Οργάμη, ενώ στα βόρεια παράλια, στο νησί Μπερεζάν στη σημερινή Ουκρανία, εγκαταστάθηκε εμπόριο που τον επόμενο αιώνα εξελίχθηκε σε αποικία. Ωστόσο, πρόσφατα κεραμικά ευρήματα από το Μπερεζάν και την Ίστρια υποδεικνύουν τη συμμετοχή αποίκων και από άλλες πόλεις, όπως τη Σάμο, τη Χίο, την Έφεσο και πιθανότατα τη Σμύρνη. Το 610 π.Χ. η Μίλητος ίδρυσε στη Θράκη, στη σημερινή Βουλγαρία, την πόλη της Απολλωνίας.

1.3.3 Β΄ Φάση Αποικισμού
Η δεύτερη φάση της αποίκισης του Πόντου τοποθετείται χρονολογικά περίπου στο α΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. Μέχρι το 560 π.Χ. ιδρύονται από τη Μίλητο, η Τόμις στα δυτικά παράλια του Πόντου στη σημερινή Ρουμανία, η Ολβία στο βορρά κοντά στο Μπερεζάν, το Παντικάπαιο, το Νυμφαίο, η Θεοδοσία, το Μυρμήκιο, η Τυριτάκη στην περιοχή του Κιμμέριου Βοσπόρου στα βορειοανατολικά της Μαύρης θάλασσας και η Ερμώνασσα, οι Κήποι και ο Πατρεύς στα παράλια του ασιατικού Βοσπόρου. Στην ίδρυση της Ερμώνασσας συμμετείχαν και άποικοι από τη Μυτιλήνη.

1.3.4 Γ΄ Φάση Αποικισμού
Η τρίτη φάση της αποίκισης του Πόντου τοποθετείται χρονολογικά περίπου το 560-530 π.Χ. Στην αποίκιση του Πόντου σε αυτή την περίοδο έλαβαν μέρος και άλλες πόλεις εκτός της Μιλήτου. Μεγαρείς και Βοιωτοί, γύρω στο 560-550 π.Χ., ίδρυσαν την Ηράκλεια στα νότια παράλια του Πόντου, δυτικότερα της Σινώπης. Οι άποικοι, σύμφωνα με τις πηγές αλλά και τους σύγχρονους μελετητές, είτε εξόντωσαν είτε υποδούλωσαν τους Μαριανδυνούς, αυτόχθονες της περιοχής. Η πόλη αναπτύχθηκε σε μεγάλο εμπορικό κέντρο με ανεπτυγμένη την αμπελοκαλλιέργεια. Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. επέκτεινε την κυριαρχία της στο δυτικό μισό των βόρειων παραλίων της Μικράς Ασίας και προχώρησε στην έκδοση νομίσματος. Γύρω στο 560 π.Χ. οι Μιλήσιοι ίδρυσαν την Οδησσό στα δυτικά παράλια της Μαύρης θάλασσας και στο 550 π.Χ. ιδρύθηκαν οι πόλεις Τύρας και Νικόνιον στην ευρύτερη περιοχή της Ολβίας. Πιθανόν στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. να ιδρύθηκε και η Αμισός στα παράλια ανατολικά της Σινώπης. Το 542 π.Χ. η Τέως ίδρυσε τη Φαναγορία στην περιοχή του Κιμμέριου Βοσπόρου. Νοτιότερα ιδρύθηκε ο Συνοδικός Λιμήν στη θέση της μεταγενέστερης Γοργιππίας, ενώ στον ευρωπαϊκό Βόσπορο η Άκρα, ο Πορθμεύς και το Ιλλουράτο. Αυτή την περίοδο οι Μιλήσιοι άποικοι ίδρυσαν στην περιοχή της Κολχίδας τις πόλεις Φάση, Γυηνό και Διοσκουριάδα.

Κατά τους Κλασικούς χρόνους ιδρύθηκαν λίγες σχετικά αποικίες, οι οποίες όμως εξελίχθηκαν σε σημαντικά κέντρα της περιοχής. Το 493 π.Χ., σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, Μεγαρείς εγκαταστάθηκαν στα θρακικά παράλια και ίδρυσαν τη Μεσημβρία. Στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. κάτοικοι της Ηράκλειας του Πόντου ίδρυσαν στα νότια παράλια της σημερινής Ρουμανίας την Κάλλατη, ενώ στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. τη Χερσόνησο Ταυρική στην Κριμαία.


1.4 Ελληνιστική Περίοδος

Κατά την ελληνιστική περίοδο ιδρύεται το Βασίλειο του Πόντου (337-62 π.Χ.) από το Μιθριδάτη Α’, το 337 π.Χ., ακριβώς με την κατάλυση της Περσικής Αυτοκρατορίας από τον Αλέξανδρο. Για δυόμισι περίπου αιώνες το Βασίλειο του Πόντου κατορθώνει να ενώσει τις ελληνικές πόλεις και να αναδειχτεί το σημαντικότερο ελληνικό κρατικό μόρφωμα της εποχής εκείνης. Κατά τη βασιλεία μάλιστα του τελευταίου και σημαντικότερου βασιλιά, Μιθριδάτη ΣΤ' του Ευπάτορα (120-63 π.Χ.), που επονομάστηκε και Μέγας, οι Έλληνες δεν ήταν περιορισμένοι στις πόλεις που ίδρυσαν, αλλά κινούνταν στον ευρύτερο χώρο του Πόντου, και όχι μόνο, έτσι ώστε ο Πόντος να καταστεί η δυναμικότερη εστία του ελληνιστικού κόσμου και να απειλήσει ευθέως την ίδια τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο Ευπάτορας μάλιστα οραματίζεται, ως νέος Μέγας Αλέξανδρος, να οδηγήσει τον ελληνιστικό κόσμο της Ανατολής, προς η Δύση αυτός, εναντίον της τότε κοσμοκράτειρας Ρώμης.


1.5 Περίοδος Ρωμαϊκής Κυριαρχίας

Το Βασίλειο του Πόντου μετά το θάνατο του Ευπάτορα προσαρτάται κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο ρωμαϊκό κράτος, ενώ ο Ρωμαίος στρατηγός Πομπήιος μοιράζει τα υπόλοιπα εδάφη σε τοπικούς ηγεμόνες, οι οποίοι τον είχαν βοηθήσει στον πόλεμο κατά του μεγάλου αυτού ηγέτη. Κατά την περίοδο του Διοκλητιανού (284-305 π.Χ.) ο Πόντος αποτελεί ρωμαϊκή διοίκηση και διαιρείται σε τρεις επαρχίες. Στη συνέχεια και με τις επιδρομές των Γότθων και των Βορανών, εγκαινιάζεται μια περίοδος σχετικής παρακμής, που ολοκληρώνεται τον 5ο αιώνα, οπότε στην Τραπεζούντα, που βρίσκεται στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, σταθμεύει η πρώτη ρωμαϊκή λεγεώνα, αποκτώντας κατ’ αυτό τον τρόπο μεγάλη σημασία για το ρωμαϊκό κράτος.

Την περίοδο αυτή επικρατεί και η νέα θρησκεία του χριστιανισμού. Τότε συνέβη και απώλεια του εθνονύμιου "Έλλην" και η παράλληλη επικράτηση του ονόματος "Ρωμαίος", το οποίο επιβιώνει μέχρι σήμερα στους παρευξείνιους ελληνικούς πληθυσμούς. O χριστιανισμός διαδίδεται πολύ νωρίς στον Πόντο από τον Απόστολο Ανδρέα. Η ελληνική γλώσσα, βασικό πολιτιστικό χαρακτηριστικό όλων των εθνοτήτων του Πόντου, διευκολύνει κατά πολύ τη διείσδυση και διάδοση της νέας θρησκείας. Κατά τον τρόπο αυτό, ο ποντιακός ελληνισμός προσχωρεί σε ένα νέο ενιαίο πολιτιστικό σύστημα με κύριους άξονες τη γλώσσα και τη νέα θρησκεία.

1.5.1 Στρατηγική Θέση Πόντου
Από τα πρώτα ακόμη χρόνια του Βυζαντίου, ο Πόντος αποκτά τεράστια στρατηγική σημασία, γιατί παίζει πλέον το ρόλο προπυργίου του ελληνισμού στην Ανατολή. Η στρατηγική σημασία του Πόντου ήταν μεγάλη στη βυζαντινή περίοδο, ιδιαίτερα του Ανατολικού Πόντου. Από τις περιοχές αυτές μπορούσε το ελληνικό κράτος να παρακολουθεί και να ελέγχει τις κινήσεις του κάθε επιδρομέα και , επιπλέον, να του φράζει το δρόμο προς τη Μικρασία. Αποτέλεσμα τούτης της στρατηγικής σημασίας του τόπου ήταν και οι ασταμάτητοι αγώνες ανάμεσα στο Βυζάντιο και την Περσία, αλλά και τα άλλα ανατολικά, μη χριστιανικά κράτη, για την κατοχή αυτών των εδαφών και την υποταγή των λαών που τα κατοικούσαν. Από την άλλη μεριά ο Πόντος, για τους βυζαντινούς , αποτελούσε βάση ανεφοδιασμού και ορμητήριο για τις πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Την αναντικατάστατη τούτη στρατηγική σημασία του Πόντου, στον οποίο από τον 5ο αιώνα ακόμα στάθμευε η Legio prima pontica (Πρώτη ποντιακή λεγεώνα), αντιλήφθηκε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός. Γι’ αυτό, με εντολή του ανοικοδομήθηκαν όλα τα παραλιακά ποντιακά φρούρια των πόλεων και, ιδιαίτερα, τα ψηλά και οχυρά τείχη της Τραπεζούντας, όπως και της μικρής τότε γειτονικής πόλης Ριζούντας (Ριζαίου) ανατολικότερα.

Συμβολή στη θωράκιση της αυτοκρατορίας από τα ανατολικά, αποτέλεσε την εποχή τούτη (6ος αιώνας) και η ολοκλήρωση του εξελληνισμού των γηγενών πληθυσμών, με τον εκχριστιανισμό των τελευταίων ειδωλολατρών, της φυλής των Τζάνων. Έτσι το Βυζάντιο κέρδισε μια σκληροτράχηλη φυλή που πλούτισε το στρατιωτικό δυναμικό του κράτους με γενναίους πολεμιστές στα ανατολικά σύνορα. Την ίδια εποχή η αυτοκρατορία χωρίζεται από τον Ιουστινιανό σε μεγάλες διοικητικές επαρχίες, τα θέματα. Ένα από αυτά , το θέμα της Χαλδίας, με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα, καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του Πόντου και γίνεται προπύργιο του μεσαιωνικού Ελληνισμού, ασπίδα και δόρυ για τις βυζαντινές στρατιές, όσες φορές απειλούνταν τα σύνορα του κράτους από τις εχθρικές επιδρομές των Περσών, των Αράβων και, αργότερα, των Τούρκων. Γίνεται ο κυματοθραύστης των αλλεπάλληλων επιθέσεων εναντίον της αυτοκρατορίας.


1.5.2 Μονή Παναγίας Σουμελά
Το 386 μ.Χ., κατά τα χρόνια του Θεοδοσίου, σύμφωνα με την παράδοση, χτίζεται η Μονή της Παναγίας Σουμελά από δύο Αθηναίους μοναχούς, τους Βαρνάβα και Σωφρόνιο. Η μονή αυτή, που συνιστά ένα από τα κορυφαία ιδεολογικά σύμβολα του ποντιακού ελληνισμού, έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στην επιβίωσή του στις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που δημιούργησε αργότερα το οσμανικό περιβάλλον. Το ιερότερο προσκύνημα της ποντιακής γης ήταν ανέκαθεν η μονή της Παναγίας στο όρος Μελά, νότια της Τραπεζούντας. Η παράδοση θέλει δύο Αθηναίους μοναχούς, το Βαρνάβα και το Σωφρόνιο, να φτάνουν στα βουνά του Πόντου, και µε θαυματουργική παρέκβαση η Παναγία να τους επιδεικνύει το χώρο στον οποίο βρισκόταν η εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Το μοναστήρι πρέπει να ιδρύθηκε γύρω στο 10ο αιώνα, ύστερα από επιδρομή Σαρακηνών στην Αθήνα, οπότε χρειάστηκε να φυγαδευτεί η εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας μακριά. Η μονή κτίστηκε στο κοίλωμα ενός κάθετου βράχου και δεσπόζει μετέωρη στα µάτια του προσκυνητή. Από το 1860 λειτουργούσε και τετραώροφος ξενώνας µε 72 δωμάτια και άλλους χώρους. Η ύδρευση της μονής εξασφαλιζόταν από το άγιασμα που ανάβλυζε µε θαυματουργό τρόπο μέσα από το βράχο. Οι θεραπευτικές του ιδιότητες, μάλιστα, ήταν ο λόγος που πολλοί, όχι µόνο χριστιανοί, αλλά και μουσουλμάνοι, ζητούσαν τη χάρη της Παναγίας. Ο πλούτος που σταδιακά συγκέντρωσε η μονή είτε από προσκυνητές, είτε κυρίως από γενναίες χορηγίες των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας, συχνά ήταν ο λόγος για τις ληστρικές επιθέσεις που δεχόταν. Αργότερα και σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλια επιβεβαίωσαν τα προνόμια που κατά καιρούς είχε αποκτήσει η μονή. Το 1922, οι Τσέτες εισέβαλαν στη μονή, λεηλάτησαν τα κειμήλια της και την ερήμωσαν. Σήμερα χάσκει μνημείο εγκαταλελειµµένο στα χτυπήματα του χρόνου.

1.5.3 Περιφέρειες Πόντου
Μετά την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης ολόκληρος ο Πόντος χωρίστηκε σε τρεις γεωγραφικές περιφέρειες. Το δυτικό τµήµα, που ονομάστηκε Ελενόποντος προς τιμήν της μητέρας του Μ. Κωνσταντίνου, περιελάµβανε τις πόλεις Αμάσεια, Ιβώρα, Ευχάιτα, Ανδράπα, Ζάλιχα, Σινώπη και Αµισό. Το ανατολικό τµήµα, στο οποίο υπάγονταν οι πόλεις Νεοκαισάρεια, Κόµανα, Πολεµώνιον, Κερασούντα και Τραπεζούντα ονομάστηκε Πολεµωνιακός Πόντος από το όνομα του διοικητή Πολέµωνα. Το τρίτο γεωγραφικό τµήµα, µε πρωτεύουσα τη Νικόπολη και γνωστές πόλεις τη Σεβάστεια, τα Σάταλα, και τη Σεβαστούπολη Αρµενιακού, που συµπεριλάµβανε μέρος του Πόντου και της Μικρής Αρμενίας, ονομάστηκε Κολωνία.

Ο ελληνισμός και ο χριστιανισμός ήταν οι παράγοντες που επηρέασαν το διοικητικό µηχανισµό και δημιούργησαν την ελληνοβυζαντινή αυτοκρατορία. Κατά την μακραίωνη περίοδο της Ρωμαιοκρατίας ανοικοδομηθήκαν τα ρωµαïκά τείχη. Έγιναν επίσης λιμενικά έργα, νέα οικιστικά κτίρια και στρατόπεδα μέσα στην πόλη της Τραπεζούντας για να φιλοξενηθεί η Πρώτη Ποντιακή Λεγεώνα. Οι Τραπεζούντιοι άρχισαν να συνειδητοποιούν τη σημασία της πόλης τους στον άξονα Ανατολή - Κωνσταντινούπολη και το μεσολαβητικό τους ρόλο για τις σχέσεις της πρωτεύουσας µε τα ομόθρησκα, συµµαχικά και πελατειακά κρατίδια της γειτονικής Γεωργίας.

Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας

Η Αυτοκρατορία Των Κομνηνών

Το επίσημο χρονολογικό ορόσημο της ίδρυσης της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας θεωρείται το έτος 1204, όταν οι δύο αδελφοί Αλέξιος και Δαβίδ Κομνηνός κατέλαβαν την πόλη της Τραπεζούντας. Η επιλογή του χώρου δεν υπήρξε τυχαία αλλά µάλλον επιτυχής. Η άμυνα από εξωτερικούς εχθρούς ήταν δυνατή µιας και η περιοχή ήταν αποµονωµένη και γεωγραφικά σχεδόν κλειστή. Ο εμπορικός δρόμος της Τραπεζούντας προς την Ταυρίδα είχε τεράστια οικονομική σημασία, κυρίως λόγω των υψηλών τελωνειακών εσόδων που προσέφερε. Ο πληθυσμός, σχεδόν εξολοκλήρου ελληνικός ή εξελληνισμένος, ήταν ορθόδοξος µε στενότατους δεσμούς µε το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Όλα τα παραπάνω συντέλεσαν στην επιλογή της Τραπεζούντας από τους Κομνηνούς.

Οι αυτοκράτορες που εξουσίασαν τον Πόντο ανήκαν όλοι στην ίδια οικογένεια που προήλθε άμεσα από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό. Από την αρχή πήραν την ονομασία Μεγάλοι Κομνηνοί που σήμαινε ότι αυτοί µόνο ήταν άμεσοι απόγονοι του αυτοκρατορικού οίκου των Κομνηνών. Το κράτος των Μεγάλων Κομνηνών εκτεινόταν σε αρκετά μεγάλη έκταση δυτικά και ανατολικά της Τραπεζούντας. Ειδικά μετά τη νίκη του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α΄ Γίδωνος (1222 - 1235) κατά του Σελτζούκου σουλτάνου Μελίκ το 1223, η εξουσία του απλώθηκε από τη Σινώπη ως τα σύνορα µε τη Λαζική ενώ στο νότο έφτανε ως την Κολωνία. Το διαµετακοµιστικό εμπόριο υπήρξε, όπως και παλιότερα, η βασική πηγή οικονομικής ανάπτυξης για όλη αυτήν την περιοχή. Για το λόγο αυτό, η περιοχή από νωρίς προσείλκυσε το ενδιαφέρον μεγάλων εµποροναυτικών δυνάμεων της Δύσης (Γένουα - Βενετία) αλλά κι αύξησε τις ληστρικές διαθέσεις των Σελτζούκων Τούρκων.

Ο 14ος αιώνας βρήκε την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας να δοκιμάζεται έντονα τόσο από τους εξωτερικούς εχθρούς που καιροφυλακτούσαν, όσο κυρίως από εσωτερικές έριδες που οδήγησαν σε εμφύλια σύγκρουση. Η υποβόσκουσα διαμάχη μεταξύ των αριστοκρατικών φατριών του Πόντου δεν άργησε να ξεσπάσει αμέσως μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Βασιλείου (1332 - 1340). Η τραπεζούντια αριστοκρατία αντιπροσωπευόταν από τους Σχολαρίους και τους Αµυντζανταράντες. Η κατάσταση εξομαλύνθηκε κάπως µε την ανάρρηση του Ιωάννη Γ΄ (1342 - 1344), οπότε κι η ομάδα των Σχολαρίων τελικά επικράτησε. Τα πράγματα πάλι εκτραχύνθηκαν επί Μιχαήλ (1344 - 1349). Κάτω από τη λαϊκή αντίδραση, που υποκινείτο από τους Αµυτζανταράντες, ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να παραχωρήσει το θρόνο στον Αλέξιο Γ΄, γιο του Βασιλείου. Χάρη στον αυτοκράτορα αυτόν, ο Πόντος γνώρισε σηµαντική πολιτιστική ανάπτυξη. Οι διάδοχοι του Αλεξίου Γ΄, το 15ο αιώνα, ασχολήθηκαν περισσότερο µε τον έλεγχο της δράσης των ιταλικών ναυτικών πόλεων (Βενετία - Γένουα) μέσα στην αυτοκρατορία τους. Αν όμως ο ιταλικός κίνδυνος αντιμετωπιζόταν χλιαρά εξαιτίας του πρόσκαιρου αποικιακού χαρακτήρα του, ο οθωμανικός κίνδυνος φάνταζε σημαντικότερος. Η συμφωνία που πέτυχε στα 1442 ο Αλέξιος ∆΄ µε τους Οθωμανούς δεν εμπόδισε τους τελευταίους να επιτεθούν κατά της Τραπεζούντας την εποχή του Ιωάννη ∆΄ (1446 - 1458). Αν κι η απόκρουση του εχθρού ήταν αυτή τη φορά επιτυχής, το τέλος ήταν πολύ κοντά. Στα 1461, ο Μωάμεθ ο Πορθητής πολιόρκησε και κατέλαβε την πόλη της Τραπεζούντας σβήνοντας έτσι από το χάρτη την τελευταία ελληνική γωνιά που επιβίωσε και μετά την πτώση της Βασιλεύουσας.

2.2 Πολιτιστική Προσφορά Αυτοκρατορίας Τραπεζούντας

Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας δικαιωματικά κατέχει ξεχωριστή θέση στην παγκόσμια ιστορία, αφού χάρη στη διπλωματική ευελιξία και την πολιτική και στρατιωτική ικανότητα των διοικούντων κατόρθωσε να βοηθήσει πολύπλευρα την ταραγμένη από τις μεσαιωνικές δεισιδαιμονίες Ευρώπη. Οι συνεχείς απελευθερωτικοί και αμυντικοί αγώνες των Κομνηνών της Τραπεζούντας όχι µόνο εξασθένισαν την ασιατική επέκταση στην απροετοίμαστη Δύση, αλλά και βοήθησαν πολιτιστικά την Ευρώπη µεταλαµπαδεύοντας σ' αυτή τον ώριμο πολιτισμό και την παιδεία της, μετά την αναγκαστική φυγή των λόγιων της Τραπεζούντας όταν χάθηκε και το τελευταίο αυτό ελληνικό προπύργιο. Ο Πόντιος Βησσαρίων, ο μετέπειτα Καρδινάλιος, και ο φιλόσοφος Γεώργιος ο Τραπεζούντιος κατέχουν ακόμη και σήμερα ξεχωριστή θέση στα ευρωπαϊκά γράµµατα.

Η Τραπεζούντα τον 14ο αιώνα υπήρξε κέντρο της αστρονομίας και των μαθηματικών µε ονομαστούς δασκάλους, όπως τον Γρηγόριο Χιονιάδη, τον Κωνσταντίνο Λουκύτη και τον κληρικό Μανουήλ. Από όλα τα μέρη του κόσμου πήγαιναν εκεί για να σπουδάσουν. Στη σχολή της Τραπεζούντας δίδαξε επίσης ο βυζαντινός ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος, ο γνωστός στη νεοελληνική λογοτεχνία ως Φτωχοπρόδροµος, ενώ πολλοί ιστορικοί από την Τραπεζούντα, όπως ο Θεωνάς, ο Μιχαήλ Πανάρετος, ο Ανδρέας Λιβαδινός και ο μητροπολίτης Ιωσήφ Λαζαρόπουλος, έγραψαν άριστες ιστορικές, φιλολογικές εθνολογικές και γεωγραφικές πραγματείες.

Η Τραπεζούντα ως πρωτεύουσα του παρευξείνιου ελληνισμού εκτός από πνευματικό κέντρο υπήρξε και κόμβος εμπορικών ανταλλαγών ανάθεσα στις χώρες της Ανατολής και της Δύσης, µε αποτέλεσμα στην αγορά της να συναντώνται λαοί από την Ασία και την Ευρώπη οι οποίοι μετέφεραν μια πολυχρωμία από γλώσσες, ενδυμασίες και θρησκείες.